Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Αποτελέσματα μελέτης Ε.ΜΕ.ΝΟ για νοσηρότητα στην Ελλάδα

Η Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ, με επιστημονική υπεύθυνη την αναπληρώτρια καθηγήτρια κ. Τουλούμη Γιώτα και σε συνεργασία με όλες τις Ιατρικές Σχολές των Ελληνικών Πανεπιστημίων και το Πάντειο Πανεπιστήμιο, οργάνωσε και υλοποίησε την Εθνική Μελέτη Νοσηρότητας και Παραγόντων Κινδύνου (Ε.ΜΕ.ΝΟ) με συγχρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και εθνικούς πόρους.


Στην ΕΜΕΝΟ συμμετείχαν 5.000 άτομα που επιλέχθηκαν τυχαία από τον μόνιμο ενήλικο (≥ 18 ετών) πληθυσμό της Ελλάδας με βάση την απογραφή του 2011. 
Σε κάθε συμμετέχοντα πραγματοποιήθηκε ατομική συνέντευξη, έγιναν μετρήσεις βάρους, ύψους, περιφέρειας μέσης και βραχίονα, αρτηριακής πίεσης και σπιρομέτρηση ενώ, κατόπιν συγκατάθεσης, ελήφθη δείγμα αίματος για μέτρηση χοληστερίνης, γλυκόζης και, σε συνεργασία με την Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία, γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (δείκτης για διαβήτη). Η συγκεκριμένη μέτρηση, είναι ένα αδιαμφισβήτητο «εργαλείο» για τον εντοπισμό της νόσου, που σχεδόν εκμηδενίζει το ποσοστό του στατιστικού λάθους.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η οποία μάλιστα ολοκληρώθηκε πολύ πρόσφατα, 
το πρώτο ιδιαίτερα αρνητικό αποτέλεσμα αφορά στο αυξημένο βάρος των Ελλήνων, σε όλο το φάσμα ηλικιών, καθώς αποδείχτηκε ότι με βάση το δείκτη μάζας σώματος, 
ένας στους δύο Έλληνες έχει βάρος πάνω από το κανονικό
δηλαδή ο δείκτης μάζας σώματος έχει τιμές πάνω από 26 
όταν με βάση τις διεθνείς επιταγές θα πρέπει αν είναι το πολύ 25. 
Μάλιστα το 45% των ανδρών και το 30% των γυναικών είναι υπέρβαροι 
ενώ το 31% των ανδρών και 34% των γυναικών παχύσαρκοι. 



Η Ε.ΜΕ.ΝΟ στοχεύει: 
α) στην καταγραφή της νοσηρότητας και των κύριων παραγόντων κινδύνου χρόνιων νοσημάτων εστιάζοντας κυρίως σε καρδιαγγειακά και αναπνευστικά νοσήματα,
β) στην αξιολόγηση του βαθμού εφαρμογής των συνιστώμενων μέτρων πρόληψης και των πιθανών φραγμών στην πρόσβαση στο σύστημα υγείας και 
γ) στη διερεύνηση των κοινωνικό-οικονομικών παραγόντων που επηρεάζουν την υγεία και τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης.

Κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες και χρήση/πρόσβαση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας

Συνολικά το 40% του δείγματος ήταν απασχολούμενοι, εκ των οποίων 12% με μερική απασχόληση. 
Το ποσοστό ανεργίας στο σύνολο των οικονομικά ενεργών εκτιμάται σε 28.5%, ήταν υψηλότερο σε γυναίκες (34% προς 24%), σε νεώτερους (18-29 ετών: 36,4%, ≥30 ετών περίπου 27%) και στα μεγάλα αστικά κέντρα. 
Πάνω από 1 στους 4 (25,5%) έχει μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα <700 ευρώ 
ενώ μέτρια ή σοβαρή διατροφική ανασφάλεια αντιμετωπίζει το 4%. 
Περίπου το 10% είναι ανασφάλιστοι 
ενώ ένα επιπλέον 3% δεν έχει βιβλιάριο υγείας σε ισχύ.
Σχεδόν το 1/3 (28,5%) αυτοαξιολογεί την κατάσταση υγείας του ως μέτρια ή κακή. 
Τα ποσοστά των ατόμων με συμπτώματα άγχους (24%) ή κατάθλιψης (16%) είναι ανησυχητικά υψηλά και ενδεικτικά μεγάλης και συνεχούς διαχρονικής αύξησης. Επιβεβαιώνεται και στην ΕΜΕΝΟ 
η συσχέτιση του άγχους και της κατάθλιψης με την ανεργία. 
Παρατηρείται αυξημένη προσέλευση στις υπηρεσίας υγείας του δημόσιου τομέα αλλά ταυτόχρονα και μικρή ικανοποίηση από τους χρήστες των υπηρεσιών (μέτρια/κακή/πολύ κακή ικανοποίηση δήλωσε περίπου το 42%). 
Σημαντικό ποσοστό (22%) δήλωσε ότι είχε πρόβλημα στην πρόσβαση στο δημόσιο σύστημα παροχής υγείας με κύριο αναφερόμενο φραγμό το οικονομικό κόστος.

Προσυμπτωματικός έλεγχος

Όσον αφορά στον καρκίνο του μαστού, μαστογραφία έχει κάνει κάποια στιγμή το 68% των γυναικών, 
ενώ για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, 8 στις 10 γυναίκες έχουν κάνει Pap-test. 
Για την πρόληψη καρκίνου του παχέος εντέρου, μόλις το 20% του πληθυσμού άνω των 50 ετών έχει κάνει κολονοσκόπηση. Από διάφορες επιμέρους αναλύσεις γίνεται φανερό ότι υπάρχει σύγχυση στον πληθυσμό, και ίσως και στους επαγγελματίες υγείας, σχετικά με τις αρχές του προσυμπτωματικού ελέγχου καθώς μία από τις βασικές αιτίες που οι συμμετέχοντες δεν έκαναν τις σχετικές εξετάσεις ήταν η έλλειψη συμπτωμάτων.

Καρδιαγγειακά νοσήματα και παράγοντες κινδύνου

Καρδιαγγειακά: Τα καρδιαγγειακά νοσήματα (κυρίως έμφραγμα της καρδιάς και εγκεφαλικό επεισόδιο) ευθύνονται για περίπου το 40% των θανάτων στην Ευρώπη. 
Η Ελλάδα θεωρείται χώρα μέσου κινδύνου, με μεγαλύτερη συχνότητα από την Ιταλία, Πορτογαλία και Γαλλία. Η οικονομική κρίση και η ανεργία σχετίζονται με αύξηση των εμφραγμάτων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ΕΜΕΝΟ η συχνότητα της στεφανιαίας νόσου ήταν 4,6% και των εγκεφαλικών 1,9%. Η στεφανιαία νόσος ήταν 2 φορές συχνότερη στους άνδρες (6,3%) απ’ ότι στις γυναίκες (3,1%).

Παράγοντες Κινδύνου: 

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα οφείλονται: 
σε γονιδιακούς (κληρονομικούς) παράγοντες
αλλά και σε τροποποιήσιμους παράγοντες 
όπως υπέρταση, διαβήτης, χοληστερίνη, κάπνισμα και παχυσαρκία
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ΕΜΕΝΟ, 
ποσοστό 45% των ανδρών και 30% των γυναικών ήταν υπέρβαροι 
και 31% των ανδρών και 34% των γυναικών παχύσαρκοι
Στην ηλικιακή ομάδα 18-29 ετών,
51% των ανδρών και 31% των γυναικών ήταν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. 
Ποσοστό 39% των ανδρών και 33% των γυναικών είχαν υπέρταση
Αξίζει να σημειωθεί ότι 40% των υπερτασικών ήταν αδιάγνωστοι, 15% είχαν διαγνωσθεί αλλά δεν έπαιρναν θεραπεία,27% έπαιρναν θεραπεία αλλά ήταν αρρύθμιστοι και μόνο 18% ήταν ρυθμισμένοι υπό θεραπεία. 
Το 12,5% των ανδρών και το 10% των γυναικών είχαν διαβήτη (11% στο σύνολο). 
Από τους διαβητικούς, 14% ήταν αδιάγνωστοι, 4% είχαν διαγνωσθεί αλλά δεν έπαιρναν θεραπεία, 41% έπαιρνε θεραπεία αλλά ήταν αρρύθμιστοι και 41% ήταν ρυθμισμένοι υπό θεραπεία.
Το 37% των ανδρών και το 34% των γυναικών είχαν αυξημένη χοληστερίνη (35% συνολικά) ενώ πάνω από τα 2/3 ατόμων ηλικίας κάτω από 50 ετών με αυξημένη χοληστερίνη είναι αδιάγνωστοι.

Κάπνισμα: 

Το 38% του γενικού ενήλικου πληθυσμού της Ελλάδας είναι ενεργοί καπνιστές και 16% πρώην καπνιστές. Η μέση ηλικία έναρξης καπνίσματος είναι τα 18,9 έτη. Σημαντική διαφορά παρατηρείται μεταξύ των ηλικιακών ομάδων με τους νεότερους να αρχίζουν το κάπνισμα σε μικρότερες ηλικίες. Οι άνδρες, τα άτομα ηλικίας μικρότερης των 50 ετών, άτομα μη πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, όσοι καταναλώνουν αλκοόλ και οι άνεργοι έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι καπνιστές.

Μελλοντικό Νοσολογικό φορτίο Καρδιαγγειακών


Θεωρώντας την συχνότητα των παραγόντων κινδύνων σταθερή στο μέλλον και λαμβάνοντας υπόψη τη γήρανση του πληθυσμού, εκτιμάται αύξηση της συχνότητας της στεφανιαίας νόσου και των εγκεφαλικών επεισοδίων μέχρι το 2030 κατά 18,6% και 15,4% αντίστοιχα, με σημαντικές επιπτώσεις στο σύστημα υγείας.
Συμπερασματικά, 
α) Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην υγεία του μόνιμου ενήλικου πληθυσμού της Ελλάδας είναι εμφανείς και με τάση επιδείνωσης διαχρονικά. Παρατηρείται μικρή σχετικά ικανοποίηση του πληθυσμού από τις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας του Δημόσιου τομέα, ενώ σημαντικό ποσοστό αντιμετώπισε πρόβλημα στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας με κυριότερο φραγμό το οικονομικό κόστος. 
β) Αναδεικνύεται η ανάγκη για ενημέρωση και παρότρυνση του πληθυσμού και των επαγγελματιών υγείας για την αξία και την χρησιμότητα του προσυμπτωματικού ελέγχου με στόχο τον σχεδιασμό πολιτικών υγείας με έμφαση στην πρόληψη. 
γ) Διαπιστώνεται εξαιρετικά υψηλή συχνότητα ισχυρών τροποποιήσιμων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου, όπως υπέρταση, διαβήτης, κάπνισμα και χοληστερίνη, που προφανώς συνδέονται με την εξαιρετικά υψηλή συχνότητα αυξημένου σωματικού βάρους, αλλά και με άλλους παράγοντες όπως η καθιστική ζωή και η κακή διατροφή. Τα ευρήματα αυτά, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες αναμένεται να οδηγήσουν σε μεγάλη αύξηση της συχνότητας των καρδιαγγειακών νοσημάτων τα επόμενα χρόνια. 
δ) Επιβάλλεται η άμεση εφαρμογή στοχευμένων στρατηγικών δημόσιας υγείας με στόχο την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των τροποποιήσιμων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου με βάση τα ευρήματα της ΕΜΕΝΟ,και επομένως και την αναχαίτιση της αναμενόμενης επιδημίας καρδιαγγειακής νόσου.

Για περισσότερες πληροφορίες: www.emeno.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου